Перевод: с греческого

ούλιος

  • 1 ούλιος

    οὔλιος
    οὔλιος
    baleful: masc nom sg

    Morphologia Graeca

  • 2 οὔλιος

    οὔλιος
    οὔλιος
    baleful: masc nom sg

    Morphologia Graeca

  • 3 οὔλιος

    οὔλιος, α, ον, (οὖλος C)
    A = ὀλοός, baleful, deadly, οὔ. ἀστήρ, of the dog-star, Il.11.62; epith. of Ares, Hes.Sc.192,441, Pi.O.9.76; αἰχμαί, θρῆνος, ib.13.23, P.12.8: once in Trag.,

    οὔ. πάθος S.Aj.932

    (lyr.).
    II as epith. of Apollo and Artemis, Pherecyd.149 J., cf.

    Ἀπόλλων Ὄλιος IG12(1).834.3

    and 845.10 ([place name] Lindos), SIG765.17 (ibid., i B. C.); Ἀπόλλων Οὔλιος also at Miletus and Delos acc. to Str.14.1.6, who derives theepith. from οὔλειν, Apollo and Artemis being healers: more prob. it is only a special application of sense 1.
    III = οὖλος (B), woolly, χλαμύς only in B.17.53.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό)

  • 4 οὔλιος

    οὔλιος (ὀλέω, ὄλλυμι, vgl. Buttm. Lexil. I p. 188), wie ὀλοός, verderblich, schädlich; ἀστήρ, der Hundsstern, dessen Leuchten mit der Sonne zugleich versengende Glühhitze erzeugt, ll. 11, 62; Ares, Hes. Sc. 192. 441, wie Pind. Ol. 9, 82; ϑρῆνος, P. 12, 8; αἰχμαί, Ol. 13, 22; οὐλίῳ σὺν πάϑει, Soph. Ai. 913; einzeln bei sp. D. – Pherecydes nannte so auch Apollo und Artemis, entweder auch die verderblichen, da beide Gottheiten den schnellen Tod bringen, oder von οὔλω, οὖλος, die Heilenden, denn Apollo besonders ist auch der heilende Gott; schon die Alten waren über den eigentlichen Sinn uneins, Strab. XIV p. 282; vgl. Buttm. Lexil. I, 190 u. Koen zu Greg. Cor. 234. – Einige wollen auch in der ersten Bdtg denselben Stamm οὔλω wiedererkennen u. übersetzen »heil«, »stark«, »gewaltig«, schwerlich richtig.

    Griechisch-deutsches Handwörterbuch

  • 5 ουλιος

        οὔλιος
        3
        губительный
        

    (ἀστήρ, sc. Σείριος Hom.; Ἄρης Hes.; αἰχμαί Pind.; πάθος Soph.)

    Древнегреческо-русский словарь

  • 6 οὔλιος

    οὔλῐος
    1 deadly

    οὐλίῳ ἐν Ἄρει O. 9.76

    νέων οὐλίαις αἰχμαῖσιν ἀνδρῶν O. 13.23

    θρασειᾶν Γοργόνων οὔλιον θρῆνον διαπλέξαισ' Ἀθάνα P. 12.8

    Lexicon to Pindar

  • 7 οὔλιος

    οὔλιος (οὖλο Od. 18.3): baleful, deadly, Il. 11.62†.

    A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό)

  • 8 οὔλιος

    οὔλιος, wie ὀλοός, verderblich, schädlich; ἀστήρ, der Hundsstern, dessen Leuchten mit der Sonne zugleich versengende Glühhitze erzeugt. Pherecydes nannte so auch Apollo und Artemis, entweder auch die verderblichen, da beide Gotteiten den schnellen Tod bringen, oder von οὔλω, οὖλος, die Heilenden, denn Apollo besonders ist auch der heilende Gott

    Wörterbuch altgriechisch-deutsch

  • 9 οὔλιος

    οὔλιος
    Meaning: `baneful'
    See also: s. 3. οὖλος.
    Page in Frisk: 2,444

    Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό)

См. также в других словарях:

  • οὔλιος — baleful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ούλιος — (I) οὔλιος, ία, ον (Α) 1. ολέθριος, θανατηφόρος («οὔλιος ἀστήρ», Ομ. Ιλ.) 2. (το αρσ. και θηλ. ως κύριον όν.) Ούλιος και Όλιος, Οὐλία και Ὀλία προσωνυμία τού Απόλλωνος και τής Αρτέμιδος. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὖλος (III) «ολέθριος». Το επίθ. αποδόθηκε… …   Dictionary of Greek

  • οὔλιον — οὔλιος baleful masc acc sg οὔλιος baleful neut nom/voc/acc sg οὐλέω imperf ind act 3rd pl (doric) οὐλέω imperf ind act 1st sg (doric) οὐλέω imperf ind act 3rd pl (doric) οὐλέω imperf ind act 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐλίαις — οὔλιος baleful fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐλίης — οὔλιος baleful fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐλίου — οὔλιος baleful masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐλίῳ — οὔλιος baleful masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔλια — οὔλιος baleful neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔλιε — οὔλιος baleful masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔλιοι — οὔλιος baleful masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όλιος — ὄλιος, ὁ (Α) (ως κύριο όν. Οὔλιος, προσωνυμία τού Απόλλωνος) βλ. ούλιος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.