Перевод: с греческого на все языки

μεταβάλησθε

  • 1 μεταβάλησθε

    μεταβάλλω
    throw into a different position: aor subj mp 2nd pl
    μεταβάλλω
    throw into a different position: aor subj act 2nd pl (epic)
    μεταβά̱λησθε, μεταβάλλω
    throw into a different position: aor subj mid 2nd pl (doric)
    μεταβά̱λησθε, μεταβάλλω
    throw into a different position: aor subj act 2nd pl (epic doric)

    Morphologia Graeca > μεταβάλησθε

См. также в других словарях:

  • μεταβάλησθε — μεταβάλλω throw into a different position aor subj mp 2nd pl μεταβάλλω throw into a different position aor subj act 2nd pl (epic) μεταβά̱λησθε , μεταβάλλω throw into a different position aor subj mid 2nd pl (doric) μεταβά̱λησθε , μεταβάλλω throw… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταβάλλω — (ΑM μεταβάλλω) [βάλλω] αλλάζω την κατάσταση κάποιου, μετατρέπω (α. «οι συνθήκες τής ζωής μεταβάλλουν τον άνθρωπο» β. «ο καιρός κάθε μέρα μεταβάλλεται» γ. «τὰς φυλὰς (ο Κλεισθένης) μετέβαλε εἰς ἄλλα ὀνόματα», Ηρόδ.) μσν. 1. αναπληρώνω 2. μεταπείθω …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»