Перевод: с греческого на все языки

κύλικι

См. также в других словарях:

  • κύλικι — κύλιξ cup fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύλικας — ο, και κύλικα, η (AM κύλιξ, κος, ἡ, Α επιγρ. σπαν. και κύλιξ, ὁ) 1. είδος ποτηριού με χαμηλή και λεπτή βάση και δύο λαβές που χρησιμοποιείται συνήθως ως κρασοπότηρο (α. «ἐς κύλικα μεγάλην κεραμίνην οἶνον ἐγχέαντες», Ηρόδ.) 2. παροιμ. «πολλά… …   Dictionary of Greek

  • κύλικ' — κύλικα , κύλιξ cup fem acc sg κύλικι , κύλιξ cup fem dat sg κύλικε , κύλιξ cup fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»