Перевод: с греческого на все языки

κατορθῶσιν

  • 1 κατορθώσιν

    κατορθόω
    set upright: pres subj mp 2nd sg (epic)
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd pl
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd sg (epic)
    κατορθόω
    set upright: pres subj mp 2nd sg (epic)
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd pl
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd sg (epic)

    Morphologia Graeca > κατορθώσιν

  • 2 κατορθῶσιν

    κατορθόω
    set upright: pres subj mp 2nd sg (epic)
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd pl
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd sg (epic)
    κατορθόω
    set upright: pres subj mp 2nd sg (epic)
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd pl
    κατορθόω
    set upright: pres subj act 3rd sg (epic)

    Morphologia Graeca > κατορθῶσιν

  • 3 κατόρθωσιν

    κατόρθωσις
    setting straight: fem acc sg

    Morphologia Graeca > κατόρθωσιν

См. также в других словарях:

  • κατορθῶσιν — κατορθόω set upright pres subj mp 2nd sg (epic) κατορθόω set upright pres subj act 3rd pl κατορθόω set upright pres subj act 3rd sg (epic) κατορθόω set upright pres subj mp 2nd sg (epic) κατορθόω set upright pres subj act 3rd pl κατορθόω set… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατόρθωσιν — κατόρθωσις setting straight fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατόρθωσις — κατόρθωσις, ώσεως, η (ΑΜ) [κατορθώ] επιτυχής εκτέλεση, επιτυχία, κατόρθωμα («ἡ γὰρ τῶν πέλας ἀπειρία μέγιστον ἐφόδιον γίγνεται τοῑς ἐμπείροις πρὸς κατόρθωσιν», Πολ.) αρχ. 1. η τοποθέτηση σπασμένου ή εξαρθρωμένου οστού στη θέση του, ανάταξη 2.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»