Перевод: с греческого на все языки

καταφρονοῦμεν

  • 1 καταφρονούμεν

    καταφρονέω
    look down upon: pres ind act 1st pl (attic epic doric)
    καταφρονέω
    look down upon: pres ind act 1st pl (attic epic doric)
    καταφρονέω
    look down upon: imperf ind act 1st pl (attic epic doric)
    καταφρονέω
    look down upon: imperf ind act 1st pl (attic epic doric)

    Morphologia Graeca > καταφρονούμεν

  • 2 καταφρονοῦμεν

    καταφρονέω
    look down upon: pres ind act 1st pl (attic epic doric)
    καταφρονέω
    look down upon: pres ind act 1st pl (attic epic doric)
    καταφρονέω
    look down upon: imperf ind act 1st pl (attic epic doric)
    καταφρονέω
    look down upon: imperf ind act 1st pl (attic epic doric)

    Morphologia Graeca > καταφρονοῦμεν

См. также в других словарях:

  • καταφρονοῦμεν — καταφρονέω look down upon pres ind act 1st pl (attic epic doric) καταφρονέω look down upon pres ind act 1st pl (attic epic doric) καταφρονέω look down upon imperf ind act 1st pl (attic epic doric) καταφρονέω look down upon imperf ind act 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πήλιο — I Βουνό της ανατολικής Θεσσαλίας, που αρχίζει από το ακρωτήριο Δερματά και με νοτιοανατολική διεύθυνση απολήγει στο ακρωτήριο Τραχήλι, στον Παγασητικό κόλπο, σχηματίζοντας τη χερσόνησο της Μαγνησίας. Ψηλότερη κορυφή του είναι το Πλιασίδι (1.551 μ …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»