Перевод: с греческого на русский

καρτερός

См. также в других словарях:

  • καρτερός — strong masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτερός — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ., 550 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πεδιάδος του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στη βόρεια ακτή του νομού, 7 χλμ. Α της πόλης του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γουβών. Κοντά στον οικισμό …   Dictionary of Greek

  • καρτερά — καρτερός strong neut nom/voc/acc pl καρτερά̱ , καρτερός strong fem nom/voc/acc dual καρτερά̱ , καρτερός strong fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτερώτερον — καρτερός strong adverbial comp καρτερός strong masc acc comp sg καρτερός strong neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτερωτάτων — καρτερός strong fem gen superl pl καρτερός strong masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτερόν — καρτερός strong masc acc sg καρτερός strong neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτερώτατα — καρτερός strong adverbial superl καρτερός strong neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτερώτατον — καρτερός strong masc acc superl sg καρτερός strong neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτεραῖς — καρτερός strong fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτεραί — καρτερός strong fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρτεροί — καρτερός strong masc nom/voc pl καρτερόω strengthen pres subj mp 2nd sg καρτερόω strengthen pres ind mp 2nd sg καρτερόω strengthen pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)