Перевод: с греческого на русский

θάν

  • 1 βάφτω

    βάφω (αόρ. έβαψα, παθ. αόρ. βάφτηκα) 1. μετ.
    1) красить, окрашивать;

    βάφτω τα χείλη — красить губы;

    βάφτω τα παπούτσια — чистить ботинки (кремом);

    βάφτω τα χέρια στο αίμα — обагрить руки кровью;

    2) закалять (железо);
    § θάν τα βάψω μαδρα ирон. стану я плакать; 2. αμετ. краситься, окрашиваться;

    βάφομαι — краситься, подкрашиваться

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > βάφτω

  • 2 θάνατος

    ο
    1) смерть (тж. о животном, растении); кончина;

    φυσικός (βίαιος) θάνατος — естественная (насильственная) смерть;

    αίφνίδιος θάνατος — скоропостижная смерть;

    μετά -ατον посмертно;
    σε περίπτωση -ατού в случае (или на случаи) смерти; 2) перен. смерть, гибель;

    πολιτικός θάνατος — гражданская смерть;

    ηθικός θάνατος — нравственное падение;

    αυτό είναι θάνατος γιά μάς — это для нас гибель, катастрофа;

    του είναι θάνατος η παύση του από την εργασία — увольнение с работы для него равносильно смерти;

    3) потеря (разума, рассудка и т. п.);

    θάν της μνήμης — потеря памяти;

    § σιγή -ατού гробовое молчание;
    μισώ μέχρι -ατού смертельно ненавидеть; μάχομαι μέχρι -ατού сражаться не на жизнь, а на смерть; είμαι μεταξύ ζωής και -ατού быть между жизнью и смертью;

    είναι γιά θάνατο — его дни сочтены (о больном);

    καταδικάζω σε θάνατό — выносить смертный приговор

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > θάνατος

См. также в других словарях:

  • θάν' — θάνε , θνήσκω aor imperat act 2nd sg θάνε , θνήσκω aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιδιοθανώ — ἰδιοθανῶ, έω (Α) πεθαίνω από φυσικό θάνατο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο * + θανώ (< θ. θαν , πρβλ. θαν είν, ημι θαν ής)] …   Dictionary of Greek

  • κοινοθανής — κοινοθανής, ές (Α) επιγρ. αυτός που αναφέρεται σε κοινό θάνατο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοινός + θανής (< θ. θαν τού θνήσκω, πρβλ. αόρ. β ἔ θαν ον), πρβλ. αωρο θανής, νεο θανής] …   Dictionary of Greek

  • ολοθανής — ὁλοθανής, ές (ΑΜ) νεκρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο) * + θανής (< θ. θαν τού θνήσκω, πρβλ. αόρ. β ἔ θαν ον), πρβλ. ημι θανής, νεο θανής] …   Dictionary of Greek

  • Μυανμάρ — Κράτος της νοτιανατολικής Ασίας. Συνορεύει Β και ΒΑ με την Κίνα, Α με το Λάος και την Ταϊλάνδη και Δ με το Μπανγκλαντές και την Ινδία. Βρέχεται Ν από τη Θάλασσα Ανταμάν και ΝΔ από τον Kόλπο της Βεγγάλης.Aπό εδαφική άποψη, η Μ. ή Bιρμανία… …   Dictionary of Greek

  • Ancient Macedonian language — For the unrelated modern Slavic language, see Macedonian language. language name=Ancient Macedonian region=Macedon ( extinct language ) extinct=absorbed by Attic Greek in the 4th century BC familycolor=Indo European fam2= possibly Greek… …   Wikipedia

  • Antiguo idioma macedonio — Este artículo trata del idioma usado en la antigüedad. Para el idioma eslavo moderno, no relacionado, véase idioma macedonio y para su antepasado, véase Antiguo eslavo eclesiástico. Antiguo macedonio ? Hablado en Reino de Macedonia Región Sureste …   Wikipedia Español

  • Древнемакедонский язык — Страны: Древняя Македония Вымер: к III ве …   Википедия

  • Древний македонский язык — Древнемакедонский язык Страны: Древняя Македония Вымер: к III веку до н.э. вытеснен древнегреческим языком Классификация Категория: Языки Евразии Индоевропейская се …   Википедия

  • αγχιθανής — ἀγχιθανής, ές (Α) αυτός που βρίσκεται κοντά στον θάνατο, ο ετοιμοθάνατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγχι + θανής < θαν , θ. αορ. β΄ τού θνήσκω] …   Dictionary of Greek

  • αειθανής — ἀειθανής, ές (Α) αυτός που κατέχεται διαρκώς από τον φόβο τού θανάτου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεὶ + θανής < θαν , θ. αόρ. β ἔθανον τού θνῂσκω] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»