Перевод: с русского на все языки

η χρηστομάθεια

См. также в других словарях:

  • χρηστομάθεια — desire of learning fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρηστομάθεια — η, ΝΜΑ, και δ. τ. χρηστομαθία Μ [χρηστομαθής] 1. εκμάθηση χρήσιμων πραγμάτων, απόκτηση ωφέλιμων γνώσεων 2. ηθοπλαστικό εγχειρίδιο με σύνοψη τών βασικών αξιόλογων γνώσεων, με αυτοτελή διηγήματα και με αποσπάσματα από έργα τών κορυφαίων κλασικών… …   Dictionary of Greek

  • χρηστομάθεια — [христоматиа] ουσ. Θ. хрестоматия …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • χρηστομάθεια — η 1. η μάθηση χρήσιμων πραγμάτων. 2. διδακτικό εγχειρίδιο που περιέχει αυτοτελή διηγήματα ή αποσπάσματα των σπουδαιότερων συγγραφέων, μορφωτικού χαρακτήρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χρηστομαθείας — χρηστομαθείᾱς , χρηστομάθεια desire of learning fem acc pl χρηστομαθείᾱς , χρηστομάθεια desire of learning fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρηστομαθειῶν — χρηστομάθεια desire of learning fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρηστομάθειαν — χρηστομάθεια desire of learning fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • хрестоматия — около 1900 г. также христоматия. Из лат. chrēstomathia от греч. χρηστομάθεια – то же. Звук и в русск. форме соответствует ср. греч., нов. греч. произношению; см. Грот, Фил. Раз. 2, 509 …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Хрестоматия — (греч. χρηστομάθεια)  это учебно практическое издание, содержащее систематически подобранные литературно художественные, официальные, научные и иные произведения или фрагменты из них, составляющие объект изучения учебной дисциплины.[1]… …   Википедия

  • Rangawis — Rangawis, Alex. Risos, aus einer Fanariotenfamilie, geb. 1810 in Constantinopel, folgte seinem Vater 1818 nach Bukarest, wo derselbe in der Nähe des damaligen Hospodars der Walachei, Alex. Sutsos, einen hohen militärisch politischen Posten… …   Pierer's Universal-Lexikon

  • Фармакидис, Феоклит — Художник Тсокос, Дионисиос Феоклит Фармакидис Феоклит Фармакидис (греч …   Википедия