-
21 излюбленный
επ., από μτχ. αγαπητός, αγαπημένος, εκλεκτός, προτιμούμενος•излюбленный прим το αγαπημένο τέχνασμα (κόλπο)•
излюбленный место для прогулки το αγαπημένο μέρος για περίπατο. -ое занятие αγαπημένη απασχόληση..
-
22 лакомый
επ., βρ: -ком, -а, -о.πολύ νόστιμος•-ое блюдо εκλεκτό φαγητό.
εκφρ.- кусок (кусочек) – α) εκλεκτός μεζές, χαψιά και σχώριο. β) κομμάτι εκλεκτό, εξαίρετο. -
23 отборный
επ.1. επίλεκτος, εκλεκτός, διαλεχτός•отборный отряд επίλεκτο τμήμα•
отборный товар εκλεκτό εμπόρευμα.
|| κομψός, χαριτωμένος•-ое выражение ωραία έκφραση.
2. απρεπής,άσεμνος•-ые слова άσχημα λόγια, παλιόλογα.
-
24 чистосортный
επ.εκλεκτός (εκλεκτού είδους)•чистосортный картофель εκλεκτή πατάτα.
-
25 элитный
επ.επίλεκτος, εκλεκτός, διαλεχτός•-ые семена διαλεχτοί σπόροι•
элитный пороснок γουρουνάκι εκλεκτής ράτσας,
- 1
- 2
См. также в других словарях:
ἐκλεκτός — picked out masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εκλεκτός, -ή — ό 1. διακεκριμένος, ξεχωριστός, διαλεχτός: Είναι εκλεκτός επιστήμονας. 2. που με εκλογή πήρε το αξίωμά του: Ο πρωθυπουργός είναι ο εκλεκτός του λαού. 3. το αρσ. ως ουσ., εκλεκτός ο υποδεκανέας του ιππικού (παλιότερα) … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
εκλεκτός — και εκλεχτός, ή, ό (AM ἐκλεκτός, ή, όν) 1. (για πρόσ. και πράγμ.) διαλεχτός, εξαιρετικός 2. αυτός που εκλέχθηκε σ ένα αξίωμα 3. εξαιρετικής ποιότητας 4. ως ουσ. οι εκλεκτοί αυτοί τους οποίους διάλεξε ο θεός, οι αγαπημένοι τού θεού («πολλοὶ κλητοὶ … Dictionary of Greek
ἐκλεκτά — ἐκλεκτός picked out neut nom/voc/acc pl ἐκλεκτά̱ , ἐκλεκτός picked out fem nom/voc/acc dual ἐκλεκτά̱ , ἐκλεκτός picked out fem nom/voc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκλεκτότερον — ἐκλεκτός picked out adverbial comp ἐκλεκτός picked out masc acc comp sg ἐκλεκτός picked out neut nom/voc/acc comp sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκλεκτῶν — ἐκλεκτός picked out fem gen pl ἐκλεκτός picked out masc/neut gen pl ἐκλεκτόω to be separated pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἐκλεκτόω to be separated pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐκλεκτόω to be separated pres part act … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκλεκτόν — ἐκλεκτός picked out masc acc sg ἐκλεκτός picked out neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκλεκταῖς — ἐκλεκτός picked out fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκλεκταί — ἐκλεκτός picked out fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκλεκτοτέρους — ἐκλεκτός picked out masc acc comp pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκλεκτοῖς — ἐκλεκτός picked out masc/neut dat pl ἐκλεκτόω to be separated pres opt act 2nd sg ἐκλεκτόω to be separated pres subj act 2nd sg ἐκλεκτόω to be separated pres ind act 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)