Перевод: с русского на греческий

с греческого на русский

δεκαπέντε

См. также в других словарях:

  • δεκαπέντε — indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαπέντε — (AM δεκαπέντε) ποσό που αποτελείται από μια δεκάδα και πέντε μονάδες …   Dictionary of Greek

  • δεκαπέντε — άκλ. απόλ. αριθμ., που δηλώνει μια δεκάδα και πέντε μονάδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεκαπεντίζω — [δεκαπέντε] συμπληρώνω περίοδο δεκαπέντε ημερών («δεκαπεντίζει η λεχώνα») …   Dictionary of Greek

  • προσκύρια — Δεκαπέντε ψαλμοί του Δαβίδ, γνωστοί και ως Ωδαί των αναβαθμών, γιατί τους έψαλλαν οι Εβραίοι στα 15 σκαλοπάτια (αναβαθμοί) που βρίσκονται στην αυλή του ναού της Ιερουσαλήμ. Οι ψαλμοί αυτοί λέγονταν Π. επειδή συχνά επαναλαμβάνεται σε αυτούς η… …   Dictionary of Greek

  • αναβαθμοί — Δεκαπέντε μικροί ιουδαϊκοίψαλμοί. Τουςέψαλλαν οι προσκυνητέςπου ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα. Στη βυζαντινή λειτουργική ορολογία α. ονομάζονταν το IH’ κάθισμα του Ψαλτηρίου και 75 τροπάρια που αναφέρονται στα θέματα των παραπάνω ψαλμών. Ποιητής των… …   Dictionary of Greek

  • δεκαπεντασύλλαβος — Στίχος που έχει δεκαπέντε συλλαβές. Ο πιο συνηθισμένος του είδους είναι ο ιαμβικός δ. Ονομάζεται και πολιτικός στίχος. Η ονομασία αυτή δόθηκε από τους αρχαιολάτρες βυζαντινούς λογίους και έχει απαξιωτική σημασία, επειδή πολιτικό θεωρούσαν καθετί… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • πεντεκαιδεκάσημος — η, ο / πεντεκαιδεκάσημος, ον, ΝΑ (για μετρικούς πόδες) αυτός που αποτελείται από δεκαπέντε σημεία ή δεκαπέντε πρώτους χρόνους νεοελλ. φρ. «πεντεκαιδεκάσημο ρυθμικό ποδικό μέγεθος» ρυθμικός πόδας ο οποίος σύγκειται από δεκαπέντε σημεία και… …   Dictionary of Greek

  • Ισραήλ — I Επίσημη ονομασία: Κράτος του Ισραήλ Έκταση: 20.770 τ. χλμ. Πληθυσμός: 6.029.529 (2002) Πρωτεύουσα: Ιερουσαλήμ (622.091 κάτ. το 1997) *Σημ.: Η Ιερουσαλήμ ανακηρύχθηκε μονομερώς από το Ισραήλ πρωτεύουσα το 1982, στη θέση του Τελ Αβίβ, χωρίς όμως… …   Dictionary of Greek

  • δεκαπενθήμερος — η, ο 1. αυτός που έχει διάρκεια δεκαπέντε ημερών: Πήρε δεκαπενθήμερη άδεια. 2. αυτός που εκδίδεται κάθε δεκαπέντε μέρες: Το περιοδικό του συλλόγου μας είναι δεκαπενθήμερο. 3. το ουδ. ως ουσ., δεκαπενθήμερο διάστημα δεκαπέντε ημερών και… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»