Перевод: с греческого на все языки

δακρύσει

  • 1 δακρύσει

    δακρύ̱σει, δακρύω
    weep: aor subj act 3rd sg (epic)
    δακρύ̱σει, δακρύω
    weep: fut ind mid 2nd sg
    δακρύ̱σει, δακρύω
    weep: fut ind act 3rd sg

    Morphologia Graeca > δακρύσει

См. также в других словарях:

  • δακρύσει — δακρύ̱σει , δακρύω weep aor subj act 3rd sg (epic) δακρύ̱σει , δακρύω weep fut ind mid 2nd sg δακρύ̱σει , δακρύω weep fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απειρόδακρυς — ἀπειρόδακρυς, υ (Α) αυτός που δεν ξέρει από δάκρυα, που δεν έχει δακρύσει …   Dictionary of Greek

  • αρτίδακρυς — ἀρτίδακρυς, υ (Α) αυτός που είναι έτοιμος να δακρύσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι * + δακρυς < δάκρυ (πρβλ. απειρόδακρυς, αρίδακρυς)] …   Dictionary of Greek

  • καταδακρύω — (Α) 1. κλαίω πικρά («ταῡτα λέγων κατεδάκρυσε τὴν ἑαυτοῡ τύχην», Ξεν.) 2. κάνω κάποιον να δακρύσει, συγκινώ …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»