Перевод: с греческого на русский

с русского на греческий

αυτό είναι

  • 1 Αυτό είναι άνω ποταμών

    ( Αυτό) είναι άνω ποταμών
    Это ни в какие ворота не лезет
    Источник: Кокурина Т.В. «Греческие пословицы и поговорки и их аналоги в русском языке», М., ЛКИ, 2008

    Ελληνικές παροιμίες και ρήσεις (Греческие пословицы и поговорки) > Αυτό είναι άνω ποταμών

  • 2 Είναι άνω ποταμών

    ( Αυτό) είναι άνω ποταμών
    Это ни в какие ворота не лезет
    Источник: Кокурина Т.В. «Греческие пословицы и поговорки и их аналоги в русском языке», М., ЛКИ, 2008

    Ελληνικές παροιμίες και ρήσεις (Греческие пословицы и поговорки) > Είναι άνω ποταμών

  • 3 αδύνατος

    η, ο [ος, ον ]
    1) слабый (в разн. знач);

    αδύνατο παιδί — слабый ребёнок;

    αδύνατη υγεία — слабое здоровье;

    αδύνατη μνήμη — слабая память;

    αδύνατη πειθαρχία — слабая дисциплина;

    αδύνατος αέρας — слабый ветер;

    2) худой; тощий (тж. о мясе);
    3) невозможный, невыполнимый;

    ζητώ αδύνατα πράγματα — требовать невозможного;

    αδύνατο! — не может быть!;

    αυτό είναι αδύνατο — это невозможно;

    δεν υπάρχει τίποτε το αδύνατο — нет ничего невозможного;

    αυτό είναι αδύνατο να γίνει — это сделать невозможно;

    άν είναι αδύνατο να... — в случае невозможности...;

    καθιστώ αδύνατο — сделать невозможным

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > αδύνατος

  • 4 άλλος

    η, ο (γεν. άλλου, ης, ου и αλλουνού, αλληνής, αλλουνού) 1.
    1) другой, иной;

    άλλα σκέπτεται κι· άλλα λέγει — думает одно, а говорит другое;

    έγινε άλλος άνθρωπος — он стал другим человеком;

    αυτό είναι άλλο ζήτημα — это другое дело;

    μ· άλλο τρόπο — по-иному, другим способом;

    μ· άλλα λόγια — другими словами;

    σ· άλλο μέρος — в другом месте;

    ούτε το ένα ούτε το άλλο — ни то ни другое;

    2) остальной, прочий οι άλλ — чн остальные, прочие;

    3) такой же, равноценный;

    δεν έχουμε άλλον σαν κι· αδτόν — ему нет равного;

    4) дополнительный;

    ήλθαν άλλοι δυό — пришли ещё двое;

    θέλω και άλλα χρήματα — мне нужны ещё деньги;

    περισσότερο από κάθε άλλη φορά — больше, чем когда бы то ни было;

    5) следующий; ближайший;

    κάθομαι στην άλλη γειτονιά — жить по соседству;

    την άλλη μέρα — на другой (или на следующий) день;

    άλλη φορά — в другой раз; — в следующий раз;

    § ο άλλος κόσμος — а) потусторонний мир; — б) иной мир;

    κάθε άλλο — никоим образом, ничего подобного, ничуть не бывало, нисколько; — напротив;

    Σας

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > άλλος

  • 5 ανησυχήσαμε!

    Κάθε ανησυχήσαμε!ο! мы Вас потревожили! — Нисколько (или Напротив);

    άλλ· αντ· ανησυχήσαμε!ων — бессвязная речь, чепуха;

    λέγω άλλ· αντ· ανησυχήσαμε!ων — говорить ерунду, нести чепуху;

    χωρίς ( — или δίχως — или τό δίχως) ανησυχήσαμε!ο — непременно, обязательно; — безотлагательно, срочно;

    δίχως ανησυχήσαμε! θα φύγω αύριο — завтра я непременно уеду;

    τό δίχως ανησυχήσαμε!ο να μού επιστρέψεις το βιβλίο — обязательно верни мне книгу;

    απ' τη μιά..., απ· την ανησυχήσαμε!η... — с одной стороны..., а с другой стороны...;

    εξ ανησυχήσαμε!ου — к тому же, кроме того;

    μεταξύ ανησυχήσαμε!ων — между прочим;

    ανησυχήσαμε! τόσος — в два раза больший;

    ανησυχήσαμε!οι τόσοι — ещё столько же;

    ανησυχήσαμε!ο τόσο να... — чуть было не...;

    ανησυχήσαμε!ο τόσο να σε πίστευα — я чуть было не поверил твоим словом;

    ανησυχήσαμε!ο πάλι (αυτό) — хорошенькая история!, хорошенькое дело!, вот ещё новость!;

    τίποτε ανησυχήσαμε!ο — а) ничего больше; — б) что-л, ещё;

    τίποτε ανησυχήσαμε!ο παρά... — не что иное, как;

    ανησυχήσαμε!ο τίποτε! — сколько угодно!;

    εδώ από χασομέρηδες ανησυχήσαμε!ο τίποτε — здесь полно бездельников;

    ανησυχήσαμε!α λόγια βρε παιδιά — переменим разговор;

    αυτό είναι αλλουνού παπά βαγγέλιο а) это из другой оперы; б ) это не в моей компетенции;

    ανησυχήσαμε!οι σκάφτουν και κλαδεύουν κι' ανησυχήσαμε!οι πίνουν και μεθάνε — посл, одни сажают, а другие плоды пожинают;

    ανησυχήσαμε!α λογαριάζει ο γάιδαρος κι· ανησυχήσαμε!α ο γαϊδουριάρης — или ανησυχήσαμε!οι μεν βουλαί ανθρώπων ανησυχήσαμε!α δε θεός κελεύει — посл, человек предполагает, а бог располагает;

    ανησυχήσαμε!α τα μάτια τού λαγού κι· ανησυχήσαμε!α της κουκουβάγιας посл ≈ — то, да не то;

    Федот, да не тот;
    2. (ο) 1) кто-то; кто-нибудь;

    ανησυχήσαμε!οι μεν..., ανησυχήσαμε!οι δε — кто... кто...; — одни... другие...;

    ανησυχήσαμε!οι διαβάζουν ανησυχήσαμε!οι γράφουν — кто читает, кто пишет;

    ανησυχήσαμε! δεν θέλει να εργασθεί πώς θα τον εξαναγκάσεις; — если кто-то не хочет работать, разве его заставишь?;

    2) другой; иной;

    κάποιος ανησυχήσαμε! — кто-то другой;

    καί ο ένας και ο ανησυχήσαμε! — и тот и другой;

    ούτε ο ένας ούτε ο ανησυχήσαμε! — ни один ни другой;

    ο ένας... ο ανησυχήσαμε!... — один... другой...;

    φροντίζω γιά τούς ανησυχήσαμε!ους — заботиться о других;

    σ' ανησυχήσαμε!ον αυτό μπορεί να μην αρέσει — иному это может не понравиться;

    ο ένας μετά τον ανησυχήσαμε!ον — или ο ένας κατόπιν τού ανησυχήσαμε!ου — или ο ένας πίσω απ· τον ανησυχήσαμε!ο — друг за другом, один за другим;

    ο ένας από τον ανησυχήσαμε!ον — друг от друга;

    ο ένας στον ανησυχήσαμε!ον — друг другу;

    ο ένας τον ανησυχήσαμε!ον — или ο μιά την ανησυχήσαμε!η — или τό ένα το ανησυχήσαμε!ο — друг друга, один другого;

    ο ένας γιά τον ανησυχήσαμε!ον — друг о друге;

    ο ένας κοντά στον ανησυχήσαμε!ον — а) один около другого, друг около друга; — б) один за другим, друг за другом;

    ο ένας επάνω στον ανησυχήσαμε!ο — один на другом, друг на друге;

    ο ένας ενάντια στον ανησυχήσαμε!ο — или ο ένας κατά τού ανησυχήσαμε!ου — друг на друга, друг против друга, один против другого;

    ο ένας με τον ανησυχήσαμε!ο (η μιά με την ανησυχήσαμε!η, το ένα με το άλλο) — а) друг с другом;

    б) в среднем;

    τα καρπούζια μου κοστίζουν μιά δραχμή το ένα με το ανησυχήσαμε!ο — мои арбузы стоят в среднем по одной драхме за штуку

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ανησυχήσαμε!

  • 6 ανύψωτος

    η, ο [ος, ον ]
    1) не могущий быть поднятым; не поднятый;

    τό σπίτι αυτό είναι ανύψωτο — этот дом нельзя надстроить;

    2) не поднявшийся, не взлетевший

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ανύψωτος

  • 7 άνω

    I επίρρ. 1. (με ρήματα) вверх, наверх; вверху, наверху;

    πορεύομαι άνω — идти наверх;

    2. (με γεν.)
    1) выше;

    άνω του μηδενός — выше нуля;

    άνω του γόνατος — выше колена;

    2) сверх, выше;

    άνω του εκατομμυρίου — свыше миллиона;

    άνω των πεντήκοντα ετών — больше пятидесяти лет;

    από πέντε ετών και άνω — с пяти лет и выше;

    3) поверх, сверху; над чём-л.;

    άνω της θαλάσσης — над морем;

    § είμαι άνω κάτω — б) быть в полном беспорядке; — вверх дном; — б) быть очень расстроенным, возмущённым;

    τα κάνω άνω κάτω — перевернуть всё вверх дном, привести в беспорядок;

    κάνω κάποιον άνω κάτω — очень расстраивать кого-л.;

    γίνομαι άνω κάτω — очень расстраиваться, возмущаться, негодовать;

    II επίθ. верхний;

    ο άνω όροφος — верхний этаж;

    τα άνω άκρα — верхние конечности;

    ο άνω ρούς τού πόταμου — верховье реки;

    ο Άνω Δούναβις Верхний Дунай;
    η Άνω Αίγυπτος Верхний Египет;

    η άνω βουλή — верхняя палата, палата лордов;

    § (αυτό) είναι άνω ποταμών — это абсурдно, нелепо

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > άνω

  • 8 άπαντο(ν)

    το ирон. всё, что он смог сочинить;

    αυτό είναι το άπαντο(ν) της επιτυχίας του — это его единственное достижение

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > άπαντο(ν)

  • 9 άπαντο(ν)

    το ирон. всё, что он смог сочинить;

    αυτό είναι το άπαντο(ν) της επιτυχίας του — это его единственное достижение

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > άπαντο(ν)

  • 10 αυτόχρημα

    κπίρρ.
    1) действительно, в. самом деле; 2) совершенно, полностью;

    αυτό είναι αυτόχρημα ήλιθιότης — это совершенный идиотизм;

    είναι αυτόχρημα συκοφάντης — он настоящий клеветник

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > αυτόχρημα

  • 11 δύναμη

    [-ις (-εως)] η
    1) е разя. знач сила;

    παληκαρήσια δύναμη — богатырская сила;

    παραγωγικές ( — или κινητήριες) δύνάμεις — производительные (движущие) силы;

    ηθική δύναμη — сила духа;

    δύναμη θελήσεως — сила воли;

    δύναμη πυρός — огневая мощь;

    φυσικές δύνάμεις — силы природы;

    η δύναμη της βαρύτητας физ. — сила тяжести;

    δύναμη της έλξεως — а) физ. сила притяжения; — б) сила тяги;

    δύναμη ίππων — лошадиная сила;

    δύνάμεις της ειρήνης — силы мира;

    δύναμη κόμματος — сила партии;

    πλήρης δύνάμεων — полный сил;

    αποκτώ δύναμη — приобретать влияние;

    βχω (τήν) δύναμη — быть в силах, мочь;

    δεν έχω την δύναμη να... — у меня не хватает силы, чтобы...; — я не в силах...;

    αυτό είναι πάνω από τίς

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > δύναμη

  • 12 ειδικότητα

    [-ης (-ητος)] η
    1) специальность, квалификация;

    τελειοποίηση στην ειδικότητα ( — или της ειδικότητος) — повышение ква- лификации;

    αυτό είναι έξω τής ειδικότητός μου — это не по моей специальности;

    αποκτώ ειδικότητα — специализироваться;

    2) специалист, знаток;

    είμαι ειδικότητα σε... — быть специалистом в..., по...;

    έχω ειδικότητα σε... — я специалист по...

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ειδικότητα

  • 13 ενδεικτικός

    η, ό[ν] показательный, показывающий, указывающий на...; служащий признаком, означающий;

    αυτό είναι πολύ ενδεικτικό — это очень показательно;

    σημεία ενδεικτικά βελτιώσεως — наглядные признаки улучшения;

    § ενδεικτική έγκλισις — грам, изъявительное наклонение

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ενδεικτικός

  • 14 εξαντλημένες

    η, ο[ν]
    1) исчерпанный, иссякший;

    τό βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένεςο — эта книга уже распродана;

    2) истощённый, изнурённый;

    εξαντλημένες οργανισμός — истощённый организм

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > εξαντλημένες

  • 15 έξω

    1. πρόθ. I με γεν.
    1) вне, за пределами (чего-л.);

    έξω της οικίας — вне дома;

    2) перен. сверх, выше (чего-л.);

    αυτό είναι έξω των δυνατοτήτων μου — это выше моих возможностей;

    II με αιτιατ.:

    έξω από

    1) — вне, за пределами (чего-л.);

    έξω από το σπίτι — вне дома;

    2) кроме, за исключением;

    έξω από λίγα αυγά δεν εμεινε τίποτε άλλο — ничего не осталось, кроме нескольких яиц;

    3) подольше от (кого-чего-л.);

    έξω από μας ( — или από λόγου μας) — подальше бы от нас;

    § έξω τόπου και χρόνου — вне времени и пространства;

    έξω πάσης λογικής — против всякой логики;

    γίνομαι ( — или είμαι) έξω φρενών ( — или εμαυτού) — выходить из себя, быть вне себя от злости;

    είμαι έξω από κάθε υπόνοια — быть вне всякого подозрения;

    τα λέω έξω από τα δόντια — говорить всё в лицо, напрямик, высказывать всё в глаза;

    αυτό πιά είναι έξω από τα όρια — это уж сверх (всякой) меры; — это уж чересчур;

    2. επίρρ.
    1) вовне, наружу;

    κυττάζω έξωсмотреть наружу (на улицу и т. п.);

    πάμε έξω — выйдем во двор, пошли на улицу;

    σκύβω έξω — высунуться наружу;

    2) снаружи, вне помещения; на улице;

    όλη τη νύχτα μείναμε έξω — всю ночь мы были на у'лице;

    μένω στο βαπόρι, δεν βγαίνω έξω — оставаться на пароходе, не сходить на берег;

    3) за границей;

    σπουδάζω έξω — учиться за границей;

    τα λεμόνια τα στέλνουν έξω — лимоны отправляют за границу;

    4):

    από έξω — а) с наружной стороны, снаружи;

    βάφω το σπίτι απ' έξω — покрасить дом снаружи; — б) наизусть, на память;

    μαθαίνω ( — или ξέρω) κάτι απ' έξωвыучить (или знать) что-л, наизусть; — в):

    απ' έξω -άπ'έξω — а) стороной; — б) незаметно, намёками;

    του τώφερε απ'έξω-απ'έξω — он ловко дал ему понять;

    § έξω - έξω на самом краю;

    έξω! вон!;

    έξω από δω! — вон отсюда!;

    έξω φτώχεια! — с бедностью покончено!;

    έξω νού! — выбрось всё из головы!; — плюнь (ты) на всё (разг);

    βγάζω κάποιον έξω — прогонять, выгонять кого-л.;

    ρίχνω έξω (τη βάρκα, το πλοίο) — сажать на мель (лодку, ко-

    робль);

    τό ρίχνω έξω — пуститься в разгул;

    γυρίζω τα μέσα έξω — выворачивать наизнанку;

    μιά κι' έξω — разом;

    πέφτω έξωа) прям., перен. садиться на мель; — б) ошибиться, просчитаться;

    απ' έξω κούκλα και μέσα πανούκλα — погов, сверху шёлк, а в брюхе щёлк;

    3. (τό) внешний вид, наружная сторона (чего-л.);

    § είμαι στα μέσα και στα έξω — быть важной фигурой;

    τό έξω τ' αυγού και το μέσα τής ελιάς — погов. т тебе боже, что мне не тоже;

    4. επίθ, άκλ.
    1) прям., перен. внешний;

    η έξω γωνία — внешний угол;

    τα έξω πράγματα ( — или η έξω κατάσταση) — внешнеполитическая ситуация;

    2) живущий за рубежом, вне страны;

    ο έξω ελληνισμός — греки, живущие вне Греции

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > έξω

  • 16 εξωφρενών

    επίрр.
    1) вне себя;

    γίνομαι εξωφρενών — выходить из себя;

    2) безрассудно, безумно, бессмысленно, нелепо, абсурдно;

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > εξωφρενών

  • 17 επουσιώδης

    ης, ες второстепенный, несущественный; незначительный;

    επουσιώδες ζήτημα — второстепенный вопрос;

    αυτό είναι επουσιώδες — это несущественно;

    επουσιώδη λάθη — несущественные ошибки

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > επουσιώδης

  • 18 ευνόητος

    η, р [ος, ον ]
    1) ясный, понятный, легко постигаемый, вразумительный; 2) ясный, очевидный;

    αυτό είναι ευνόητο — это ясно, это очевидно;

    § ευνόητον είναι — само собой разумеется

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ευνόητος

  • 19 ζήτημα

    τό
    1) вопрос, проблема; дело;

    επίκαιρο ( — ши φλέγον) ζήτημα — актуальный, злободневный, наболевший вопрос;

    διαφιλονικούμενο ( — или επίμαχο) ζήτημα — спорный вопрос;

    αγροτικό (εθνικό) ζήτημα — крестьянский (национальный) вопрос;

    τρέχοντα ζήτήματα — текущие вопросы;

    ζωτικό ζήτημα — жизненно важный вопрос;

    ζήτήματα της ημέρας — вопросы дня;

    ζήτημα τιμής — дело чести;

    ζήτημα γούστου — дело вкуса;

    τό ζήτημα είναι να... — весь вопрос в том, чтобы...;

    τό ζήτημα είναι ότι... — вопрос (или дело) в том, что...;

    αυτό είναι ακριβώς το ζήτ, ότι... — в том то и дело, что...;

    λύω το ζήτημα — разрешить вопрос;

    δεν είναι ζήτημα — это не проблема;

    δεν υπάρχει ζήτημα — здесь нет никакого вопроса, это очень йсно;

    αυτό είναι άλλο ζήτημα — это другой вопрос, это другое дело;

    θέτω ( — или βάζω) ζήτημα — ставить вопрос;

    είναι ζήτημα χρόνου — вопрос времени;

    ανακινώ ( — или εγείρω) ζήτημα — поднимать вопрос;

    τό έκανε ζήτημα — он сделал из этого целую проблему;

    γιά προσωπικό ζήτημα — по личному делу;

    2) конфликт, спор, ссора;

    υπάρχουν πολλά ζήτήματα μεταξύ τους — между ними много спорных вопросов;

    δημιουργώ ζήτήματα — создавать конфликты;

    3) юр. вопрос присяжному

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ζήτημα

  • 20 θάνατος

    ο
    1) смерть (тж. о животном, растении); кончина;

    φυσικός (βίαιος) θάνατος — естественная (насильственная) смерть;

    αίφνίδιος θάνατος — скоропостижная смерть;

    μετά -ατον посмертно;
    σε περίπτωση -ατού в случае (или на случаи) смерти; 2) перен. смерть, гибель;

    πολιτικός θάνατος — гражданская смерть;

    ηθικός θάνατος — нравственное падение;

    αυτό είναι θάνατος γιά μάς — это для нас гибель, катастрофа;

    του είναι θάνατος η παύση του από την εργασία — увольнение с работы для него равносильно смерти;

    3) потеря (разума, рассудка и т. п.);

    θάν της μνήμης — потеря памяти;

    § σιγή -ατού гробовое молчание;
    μισώ μέχρι -ατού смертельно ненавидеть; μάχομαι μέχρι -ατού сражаться не на жизнь, а на смерть; είμαι μεταξύ ζωής και -ατού быть между жизнью и смертью;

    είναι γιά θάνατο — его дни сочтены (о больном);

    καταδικάζω σε θάνατό — выносить смертный приговор

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > θάνατος

См. также в других словарях:

  • Μουσείο Διονυσίου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων (Ζακύνθου) — Αυτό το σημαντικό για τη Ζάκυνθο ιστορικό μουσείο λειτουργεί από το 1966, σε ένα κτίριο που χτίστηκε μετά τους σεισμούς του 1953 στη θέση του ναού του Παντοκράτορα, ο οποίος καταστράφηκε (πλατεία Αγίου Μάρκου). Το 1992 άρχισαν οι εργασίες… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»