Перевод: с греческого на все языки

αποκρύπτομαι

См. также в других словарях:

  • αποκρύπτομαι — αποκρύπτομαι, αποκρύφθηκα και αποκρύφτηκα, αποκρυμμένος βλ. πίν. 12 και πρβλ. αποκρύβομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀποκρύπτομαι — ἀποκρύπτω hide from pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποκρύβομαι — αποκρύβομαι, αποκρύφτηκα, αποκρυμμένος βλ. πίν. 8 και πρβλ. αποκρύπτομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής