Перевод: с русского на все языки

απελπίζω

См. также в других словарях:

  • ἀπελπίζω — despair of pres subj act 1st sg ἀπελπίζω despair of pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απελπίζω — απελπίζω, απέλπισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • απελπίζω — (ΑΜ ἀπελπίζω) 1. χάνω την ελπίδα μου, απογοητεύομαι 2. κάνω κάποιον να χάσει την ελπίδα του αρχ. 1. ελπίζω ότι κάτι δεν θά συμβεί 2. περιμένω ανταπόδοση 3. ( ομαι) χάνω την ελπίδα μου …   Dictionary of Greek

  • απελπίζω — [алэлпизо] ρ. отнимать надежду, приводить в отчаяние …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απελπίζω — έλπισα, ίστηκα, ισμένος 1. μτβ., φέρνω κάποιον στην απελπισία: Μ αυτά που μου είπες μ απέλπισες. 2. το μέσ., απελπίζομαι αμτβ., χάνω την ελπίδα μου: Δεν ήταν από τους ανθρώπους που απελπίζονταν εύκολα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπελπίζῃ — ἀπελπίζω despair of pres subj mp 2nd sg ἀπελπίζω despair of pres ind mp 2nd sg ἀπελπίζω despair of pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελπίσατε — ἀπελπίζω despair of aor imperat act 2nd pl ἀ̱πελπίσατε , ἀπελπίζω despair of aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀπελπίζω despair of aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελπίσῃ — ἀπελπίζω despair of aor subj mid 2nd sg ἀπελπίζω despair of aor subj act 3rd sg ἀπελπίζω despair of fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελπιζόντων — ἀπελπίζω despair of pres part act masc/neut gen pl ἀπελπίζω despair of pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελπίζει — ἀπελπίζω despair of pres ind mp 2nd sg ἀπελπίζω despair of pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπελπίζουσι — ἀπελπίζω despair of pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπελπίζω despair of pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)