Перевод: с русского на греческий

с греческого на русский

απαλλάσσομαι

  • 21 выкарабкаться

    -аюсь, -аешься
    ρ.σ.
    βγαίνω με δυσκολία. || μτφ. απαλλάσσομαι, απελευθερώνομαι. || ξαρρωσταίνω, γερεύω, αναρρώνω.

    Большой русско-греческий словарь > выкарабкаться

  • 22 выкрутить

    -учу, -утишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. выкрученный, βρ: -чен, -а, -о, ρ.σ.μ.
    1. στρίβω, συστρίβω, κλώθω.
    2. ξεστρίβω, ξεβιδώνω.
    3. (απλ.) στίβω (ρούχα). || εξαρθρώνω, βγάζω, στραμπουλίζω.
    ξεστρίβομαι, ξεβιδώνομαι. || μτφ. βγαίνω, απαλλάσσομαι, ξεφεύγω, διαφεύγω, γλυτώνω.

    Большой русско-греческий словарь > выкрутить

  • 23 выпростать

    ρ.σ.μ.
    (απλ.) αδειάζω, εκκενώνω•

    выпростать ведро αδειάζω τον κουβά.

    || απαλλάσσω, απελευθερώνω.
    απαλλάσσομαι, απελευθερώνομαι, ανακουφίζομαι.

    Большой русско-греческий словарь > выпростать

  • 24 выпутать

    ρ.σ.μ. ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω, ξετυλίγω. || μτφ. βγάζω, απαλλάσσω•

    выпутать из беды βγάζω από τη δυστυχία.

    ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω. || βγαίνω, απαλλάσσομαι.

    Большой русско-греческий словарь > выпутать

  • 25 высвободить

    -божу, -бодишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. высвобожденный, βρ: -ден, -а, -о ρ.σ.μ.
    1. απελευθερώνω, λευτερώνω, ξεσκλαβώνω, λυτρώνω, απαλλάσσω.
    2. βγάζω, ξεσκαλώνω, απαγκιστρώνω, ελευθερώνω.
    απελευθερώνομαι• απαλλάσσομαι. || απαγκιστρώνομαι. || δεν εφαρμόζομαι, δε χρησιμοποιούμαι.

    Большой русско-греческий словарь > высвободить

  • 26 долой

    επίρ.
    κάτω, χάμω, καταγής•

    он сбил его с ног долой αυτός τον έρριξε χάμω.

    || μακριά απ' εδώ, έξω• βγάλε•

    долой с глаз моих να μη σε δουν τα μάτια μου, φύγε από μπροστά μου•

    с дороги αναμέρησε από το δρόμο•

    долой с лошади! κατ' από τ'άλογο!•

    прочь, -! έξω απ' εδώ!•

    войну! κάτω ο πόλεμος!•

    долой насилие! κάτω η βία!•

    с плеч ή с рук долой ξαλαφρώνω, απαλλάσσομαι από το βάρος.

    Большой русско-греческий словарь > долой

  • 27 избавить

    -влю, -випь ρ.σ.μ.
    1. (απο)λυτρώνω, γλυτώνω σώζω•

    избавить от смерти γλυτώνω από το θάνατο.

    || απαλλάσσω•

    -ьте меня из его присуствия Ιαταλλάξτε με από την παρουσία του.

    2. αφήνω ήσυχο•

    сам идти, а меня избавь πήγαινε μονάχος σου, εμένα άφησε με ήσυχο.

    γλυτώνω, απαλλάσσομαι, κλπ. ρ. ενεργ. φ.

    Большой русско-греческий словарь > избавить

  • 28 из-под

    κ. из-подо (πρόθεση με γεν.).
    1. σημαίνει το κάτω μέρος απ όπου αρχίζει η κίνηση, ενέργεια από κάτω (απο)•

    мальчик вылез из-под стола το αγόρι βγήκε από κάτω από το τραπέζι.

    2. από τα πέριξ•

    он приехал из-под Москвы αυτός ήρθε από τα πέριξ της Μόσχας.

    3. (σημαίνει αλλαγή) απο•

    освободить из-под слдствия απαλλάσσω από την ανάκριση•

    вывести из-под удара αποφεύγω το χτύπημα•

    выйти из-под влияния απαλλάσσομαι από την επίδραση•

    выйти из-под стрижи δε φρουρούμαι πια.

    4. (σημαίνει δοχείο από προηγούμενη χρήση ή για χρήση) από•

    бутылка из-под молоки μπουκάλι από γάλα•

    метки из-под муки τσουβάλια από αλεύρι•

    бсшка из-под варенья βάζο από γλυκό.

    εκφρ.
    из-под носа – κάτω από τη μύτη (πλησιέστατα)•
    из-под полки – με το παλούκι (με το στανιό, με το ζόρι).

    Большой русско-греческий словарь > из-под

  • 29 освободить

    -божу, -бодищь, παθ. μτχ., παρλθ. χρ. освобожденный, βρ: -ден, -дена, -дено;
    ρ.σ.μ.
    1. ελευθερώνω, λευτερώνω, αφήνω ελεύθερο•

    освободить военнопленных αφήνω ελεύθερους τους αιχμάλωτους•

    освободить страну от рабства λευτερώνω τη χώρα από τη σκλαβιά (ξεσκλαβώνω);

    2. απεосвободить λευτερώνω•

    греческая армия -ла нашу территорию от турецких завоевателей ο ελληνικός στρατός απελευτέρωσε τα εδάφη μας από τους τούρκους καταχτητές.

    3. μτφ. αποδεσμεύω, απαγκιστρώνω.
    4. απαλλάσσω•

    освободить от налогов απαλλάσσω από τους φόρους•

    освободить от военной службы απαλλάσσω της στρατιωτικής θητείας.

    || απολύω, διώχνω, αποβάλλω. || εκκενώνω, αδειάζω•

    освободить комнату απελευτερώνω το δωμάτιο,

    1. ελευθερώνομαι, αφήνομαι ελεύθερος.
    2. ξεσκλαβώνομαι.
    3. μτφ. αποδεσμεύομαι, απαγκιστρώνομαι.
    4. απαλλάσσομαι. || απολύομαι, διώχνομαι. || εκκενώνομαι, αδειάζω.

    Большой русско-греческий словарь > освободить

  • 30 отбить

    отобью, отобьшь, προστκ. отбей; ρ.σ.μ.
    1. αποσπώ χτυπώντας, θραύω, σπάζω•

    он -ил руку у статуи αυτός έσπασε το χέρι του αγάλματος.

    2. αποκρούω•

    отбить мяч рукой αποκρούω το τόπι με το χέρι•

    отбить нападение αποκρούω επίθεση•

    отбить неприятеля αποκρούω τον εχθρό.

    3. αποσπώ βίαια• ξαναπαίρνω. || χωρίζω, αποχωρίζω (από το σύνολο).
    4. παίρνω, αποσπώ.
    5. εξαλείφω, διώχνω, αποβάλλω. || καταστρέφω, χαλνώ, κόβω•

    отбить настроение χαλνώ τη διάθεση•

    отбить охоту κόβω την όρεξη.

    || στερώ της επιθυμίας για κάτι•

    дожди -ли нас от всех работ οι βροχές μας σταμάτησαν απ όλες τις δουλειές.

    6. χτυπώ, σημειώνω, σημαίνω με χτύπους, κωδωνισμούς. || μεταδίδω•

    отбить телеграмму μεταδίνω τηλεγράφημα (χτυπώντας στη συσκευή).

    || βλάπτω, κο.υράζω, προξενώ πόνο χτυπώντας•

    отбить лндони πονούν οι παλάμες από την κρούση•

    отбить ноги κουράζω τα πόδια.

    7. ισιάζω, οξύνω με σφυρηλατήματα.
    8. (διαλκ.) ξεχωρίζω μετρώντας.
    9. χτυπώ γραμμή•

    отбить ниткой линию χτυπώ γραμμή με την κλωστή.

    10. σταματώ, παύω•

    часы -ли το ρολόγι σταμά-μάτησε (έπαυσε να χτυπά).

    1. σπάζω, θραύομαι με χτυπήματα.
    2. αποκρούω.
    (απλ.) απαλλάσσομαι, γλυτώνω.
    3. ξεκόβομαι, αποκόβομαι μένω πίσω•

    отбить от отряда ξεκόβομαι από το τμήμα•

    корова -лась от стада η αγελάδα ξεκόπηκε από το κοπάδι.

    4. ξεκόβω, παύω να ασχολούμαι, να κάνω κάτι.
    εκφρ.
    отбить от дома – ξεκόβω από το σπίτι (σπάνια πηγαίνω)•
    отбить от рук – ξεφεύγω από τα χέρια (την κηδεμονία).

    Большой русско-греческий словарь > отбить

  • 31 отбояриться

    -рюсь, -ришься
    ρ.σ. απαλλάσσομαι, απελευθερώνομαι, αποδεσμεύομαι. || αποφεύγω, δεν συγκατατίθεμαι•

    отбояриться от поручения αποφεύγω την παραγγελία.

    Большой русско-греческий словарь > отбояриться

  • 32 отвязать

    -яжу, -яжешь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. отвязанный, βρ: -зан, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    αποσυνδέω, ξεδένω, λύνω•

    отвязать вервку λύνω την τριχιά•

    отвязать узел λύνω τον κόμπο.

    || αποδε-δεσμεύω, απολύω•

    отвязать собаку λύνω το σκυλί.

    (1ο κ. 2ο πρόσ. δεν έχει)
    αποσυνδέομαι, λύνομαι. || απαλλάσσομαι• γλυτώνω•

    насилу -лся от него τρόμαξα ν' απαλλαγώ απ αυτόν•

    да отвяжитесь от меня μη μου γίνεστε φόρτωμα, ξεφοτωθήτε από μένα.

    Большой русско-греческий словарь > отвязать

  • 33 отделать

    ρ.σ.μ.
    1. επεξεργάζομαι, δουλεύω, τελειοποιώ, επιμελούμαι των λεπτομερειών έργου χτενίζω. || προσδίδω μορφή, φτιάχνω κατ απομίμηση, εν είδη, σαν•

    отделать стены под дуб φτιάχνω τους τοίχους σαν από δρυόξυλο.

    || ανανεώνω επισκευάζω εκ νέου, ξεκαινουργώνω.
    2. διακοσμώ, στολίζω, ευτρεπίζω γαρνίρω.
    3. (απλ.) λερώνω• φθείρω, χαλνώ•

    отделать рубашку λερώνω το πουκάμισο.

    || μαλώνω άσχημα, στολίζω. || χτυπώ, δέρνω, ξυλοκοπώ.
    1. απαλλάσσομαι από κάτι, από κάποιον ξεφορτώνομαι.
    2. ξεφεύγω, εκφεύγω, αποφεύγω•

    отделать обещаниями ξεφεύγω με υποσχέσεις.

    3. γλυτώνω, λυτρώνομαι•

    дшево отделать τη γλυτώνω φτηνά•

    счастливо -στέκομαι τυχερός, ευτυχώς που τη γλυτώνω.

    Большой русско-греческий словарь > отделать

  • 34 отрешить

    -шу, шишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. отрешенный, βρ: -шен, -шена, -шено
    ρ.σ.μ.
    1. απελευθερώνω, απαλλάσσω, γλυτώνω.
    2. παλ. αποσπώ, ξεκόβω•

    отрешить от действительности ξεκόβω από την πραγματικότητα.

    3. παλ. απολύω, διώχνω•

    отрешить со службы απολύω από την υπηρεσία.

    απελευθερώνομαι, απαλλάσσομαι.

    Большой русско-греческий словарь > отрешить

  • 35 отстранить

    ρ.σ.μ., παθ. μτχ. παρλθ. χρ. отстранённый, βρ: -нён, -нена, -нено.
    1. απομακρύνω παραμερίζω αναμερίζω•

    отстранить нависавшую ветку αναμερίζω το επικρεμάμενο κλαδι.

    2. μτφ. αποπέμπω, απαλλάσσω καθαιρώ• απολύω, διώχνω•

    его -ли от должности τον απάλλαξαν από τα καθήκοντα.

    1. απομακρύνομαι, αναμεριζω, παραμερίζω.
    2. μτφ. απαλλάσσομαι, αποπέμπομαι, διώχνομαι καθαιρούμαι, απολύομαι.

    Большой русско-греческий словарь > отстранить

  • 36 отшутиться

    -учусь, -утишься
    ρ.σ. αστειεύομαι, δίνω αστεία απάντηση (για αποφυγή)• ξεφορτώνομαι, απαλλάσσομαι με αστείο τρόπο.

    Большой русско-греческий словарь > отшутиться

  • 37 плечо

    -а, πλθ. плечи, плеч κ. παλ. плеча, плечи ουδ.
    1. ώμος, πλάτη•

    взвалить-ношу на плечо ρίχνω το φορτίο στον ώμο•

    -и пиджака οι ώμοι του σακκακιού•

    на -! επ ώμου! (παράγγελμα στρατιωτικό).

    2. (ανατ.) βραχίονας. || κάθε τι παρεμφερές προς τον βραχίονα•

    плечо рычага ο βραχίονας του μοχλού.

    εκφρ.
    за -ами – (πίσω) στο παρελθόν•
    по -у – κατά τις δυνάμεις (σηκώνω)•
    не по -у – παρά τις δυνάμεις (δε σηκώνω)•
    с -а – α) μ όλη τη δύναμη (κίνησης από πάνω προς τά κάτω). β) μτφ. (απλ.) αμέσως, αυθόρμητα•
    с чьего -а ή с чужого -а – (για ένδυμα) φορεμένο, από άλλον•
    с плеч бросить ή стряхнуть – ξεφορτώνο, -μαι, απαλλάσσομαι, διώχνω ένα βάρος από πάνω μου•
    плечо к -у ή -ом к -у – κολλητά, αντάμα αλληλένδετα•
    на -ах противника (неприятеля) – κατά πόδας τον (υποχωρούντα) εχθρό•
    взвалить (положить) на -и чьи – ρίχνω (φορτώνω) τα βάρη (τις ευθύνες) σε άλλον•
    вывезти ή вывести на своих -ах – σηκώνω το βάρος στις πλάτες μου (για φροντίδες κ.τ.τ.)•
    иметь голову на -ах – έχω τα λογικά μου, σκέπτομαι λογικά, μπαίνω καλά στο νόημα•
    лежать (быть) на -ах – όλα πέφτουν στις πλάτες μου (φροντίζω για όλα).

    Большой русско-греческий словарь > плечо

  • 38 развязать

    -вяжу, -вяжешь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. развязанный, βρ: -зан, -а, -о
    ρ.σ.μ.
    1. λύνω, αποσυνδέω, ξεδένω•

    развязать узел λύνω τον κόμπο.

    2. μτφ. απαλλάσσω, ελευθερώνω, λυτρώνω. || μτφ. αποδεσμεύω, απελευτερώνω.
    εκφρ.
    развязать войну – εξαπολύω (ανάβω) τον πόλεμο•
    развязать руки – λύνω τα χέρια (είμαι ελεύθερος να πράξω όπως θέλω)•
    развязать язык – α) λύνω το γλωσσοδέτη, β) λύνω τη σιωπή.
    1. λύνομαι, αποσυνδέομαι, ξεδένομαι•

    у вас -лся галстук σας λύθηκε η γραβάτα•

    мешок -лся το τσουβάλι λύθηκε.

    2. μτφ. απαλλάσσομαι, απελευθερώνομαι• λυτρώνομαι.
    3. μτφ. ξεθαρεύω, αναθαρεύω, παίρνω θάρρος.
    εκφρ.
    язык -лся – λύθηκε ο γλωσσοδέτης• λύθηκε η σιωπή.

    Большой русско-греческий словарь > развязать

  • 39 разгрузить

    -ужу, -узишь, παθ. μτχ. παρλθ. χρ. разгруженный, βρ: -жен, -а, -о κ. разгруженный, βρ: -жен, -жена, -жено
    ρ.σ.μ.
    1. ξεφορτώνω, εκφορτώνω•

    разгрузить пароход ξεφορτώνω το ατμόπλοιο.

    2. μτφ. ξαλαφρώνω, ανακουφίζω• απαλλάσσω (από το καταθλιπτικό βάρος).
    1. ξεφορτώνομαι, εκφορτώνομαι.
    2. μτφ. ανακουφίζομαι, ξαλαφρώνω• απαλλάσσομαι.

    Большой русско-греческий словарь > разгрузить

  • 40 разделать

    ρ.σ.μ.
    1. επεξεργάζω, -ομαι, ετοιμάζω, δουλεύω.
    2. μτφ. κανονίζω, διορθώνω, συνετίζω.
    3. διανοίγω, φαρδύνω οπή.
    1. απαλλάσσομαι, γλυτώνω• ξεφορτώνομαι• απελευθερώνομαι• ξεμπλέκω.
    2. λογαρ ιάζομα ι, λύνω τις διαφορές• εκδικούμαι.

    Большой русско-греческий словарь > разделать

См. также в других словарях:

  • απαλλάσσομαι — απαλλάσσομαι, απαλλάχθηκα και απαλλάχτηκα, απαλλαγμένος βλ. πίν. 95 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀπαλλάσσομαι — ἀπαλλάσσω set free pres ind mp 1st sg ἀπαλλάσσω set free pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεμπερδένω — απαλλάσσομαι, ελευθερώνομαι, ξεμπερδεύω («κι αν ξεμπερδέσω ς μια μερά, σ άλλη μεταμπερδένω», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μεταπλασμ. τ. τού ξεμπερδεύω] …   Dictionary of Greek

  • απαλλάσσω — (AM ἀπαλλάσσω κ. ττω) [αλλάσσω] Ι. ενεργ. 1. αφαιρώ, απομακρύνω κάτι κακό από κάποιον, ελευθερώνω, ανακουφίζω 2. αποσύρω κατηγορία, αθωώνω II. (μέσ. κ. παθ.) απελευθερώνομαι, γλυτώνω αρχ. ενεργ. (μτβ. κ. αμτβ.) 1. ξεφορτώνομαι, ξεμπλέκω,… …   Dictionary of Greek

  • ησυχάζω — και συχάζω (AM ἡσυχάζω) Ι. (αμτβ.) 1. βρίσκομαι σε ησυχία, είμαι ήσυχος, ηρεμώ, είμαι σε ηρεμία, αδρανώ 2. συνεκδ. αναπαύομαι, ξεκουράζομαι, ξαποσταίνω («ἡ ἀπορία τοῡ μὴ ἡσυχάζειν» η έλλειψη αναπαύσεως, Θουκ.) 3. συνεκδ. πλαγιάζω, κοιμάμαι 4.… …   Dictionary of Greek

  • αποκαθαίρω — ἀποκαθαίρω (Α) 1. καθαρίζω, σφουγγίζω 2. (για μέταλλα) αφαιρώ τις άχρηστες ουσίες 3. (για τη φωνή) μιλώ καθαρά 4. απομακρύνω, απαλλάσσομαι από κάτι 5. μέσ. καθαρίζομαι, απαλλάσσομαι από κάτι …   Dictionary of Greek

  • απομεριμνώ — ἀπομεριμνῶ ( άω) (Α) παύω να ενδιαφέρομαι για κάτι, αδιαφορώ μσν. 1. απαλλάσσομαι από τις μέριμνες 2. απαλλάσσομαι από τη βιοτική μέριμνα, ησυχάζω, πεθαίνω …   Dictionary of Greek

  • προσεπιλύομαι — Μ απαλλάσσομαι, εκφράζομαι ελεύθερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἐπιλύομαι «απαλλάσσομαι»] …   Dictionary of Greek

  • ανακουφίζω — (Α ἀνακουφίζω) 1. λιγοστεύω το βάρος κάποιου πράγματος, ελαφρώνω, ξαλαφρώνω 2. σηκώνω, ανασηκώνω νεοελλ. Ι. ενεργ. 1. ελαφρώνω κάποιον από τα βάρη του, τις υποχρεώσεις ή τις οικονομικές δυσχέρειες, συντρέχω, βοηθώ, ενισχύω 2. απαλλάσσω κάποιον… …   Dictionary of Greek

  • ανακύπτω — (Α ἀνακύπτω) [κύπτω] 1. παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι ξαφνικά 2. ακολουθώ σαν αποτέλεσμα, προκύπτω νεοελλ. συνέρχομαι από κάποια συμφορά, αναλαμβάνω, ανακτώ τις δυνάμεις μου (σωματικές ή ψυχικές) αρχ. 1. σηκώνω ψηλά ή κλίνω προς τα πίσω το κεφάλι 2 …   Dictionary of Greek

  • αναπαύω — (Α ἀναπαύω και ποιητ. και ιων. ἀμπαύω) Ι. ενεργ. 1. απαλλάσσω κάποιον από τους κόπους, δίνω ανάπαυση, ξεκουράζω 2. ανακουφίζω, καταπραΰνω, ξαλαφρώνω 3. σκοτώνω κάποιον, τόν «βγάζω απ’ τη μέση» ΙΙ. μέσ. 1. διακόπτω σωματική ή πνευματική εργασία… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»