Перевод: с греческого на все языки

ανιστορώ

  • 1 ανιστορώ

    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres subj act 1st sg (attic epic doric)
    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic)
    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres subj act 1st sg (attic epic doric)
    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres ind act 1st sg (attic epic doric)

    Morphologia Graeca > ανιστορώ

  • 2 ἀνιστορῶ

    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres subj act 1st sg (attic epic doric)
    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic)
    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres subj act 1st sg (attic epic doric)
    ἀνιστορέω
    make inquiry into: pres ind act 1st sg (attic epic doric)

    Morphologia Graeca > ἀνιστορῶ

  • 3 ανιστορώ

    (ε) μετ.
    1) рассказывать, описывать; 2) расписывать, разрисовывать (стены церкви и т. п.)

    Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό > ανιστορώ

См. также в других словарях:

  • ανιστορώ — ανιστορώ, ανιστόρησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανιστορώ — (AM ἀνιστορῶ) νεοελλ. μσν. διηγούμαι, αφηγούμαι («Έκατσε και του τ ανιστόρησε με το νυ και με το σίγμα» Γ. Βλαχογιάννης) 2. αναπολώ, ανακαλώ στη μνήμη μου («Απόψε τα ματάκια μου έκλαψαν τα καημένα γιατί ανιστορηθήκανε βάσανα περασμένα» δημοτ.)… …   Dictionary of Greek

  • ανιστορώ — ησα, ήθηκα, ημένος 1. αφηγούμαι, περιγράφω: Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας ανιστορεί τα δεινά των κατοίκων από την επιδρομή των πειρατών. 2. ζωγραφίζω: Την εκκλησία ανιστόρησε ένας αγιορείτης καλόγερος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνιστορῶ — ἀνιστορέω make inquiry into pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀνιστορέω make inquiry into pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀνιστορέω make inquiry into pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀνιστορέω make inquiry into pres ind …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναφράζω — ἀναφράζω (Α) 1. εκθέτω, ανιστορώ 2. (μέσ., ομαι) αναγνωρίζω, ξαναθυμάμαι …   Dictionary of Greek

  • ανηγούμαι — ἀνηγοῡμαι ( έομαι) (Α) 1. ανιστορώ, διηγούμαι, αναφέρω 2. προχωρώ, ανεβαίνω με την αξία μου …   Dictionary of Greek

  • ανιστορητής — ο [ανιστορώ] αφηγητής, αυτός που διηγείται …   Dictionary of Greek

  • ενιστορώ — ἐνιστορῶ, έω (AM) [ιστορώ] εξιστορώ, ανιστορώ, διηγούμαι, εκθέτω …   Dictionary of Greek

  • προανιστορώ — έω, Α [ἀνιστορῶ] εξιστορώ κάτι εκ τών προτέρων …   Dictionary of Greek