Перевод: с греческого на все языки

ανατίθεμαι

См. также в других словарях:

  • ανατίθεμαι — ανατίθεμαι, ανατέθηκα, (σπάν.) ανατεθειμένος βλ. πίν. 138 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀνατίθεμαι — ἀνατίθημι lay upon pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερανατίθεμαι — Α ανατίθεμαι πάνω από κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ἀνατίθεμαι «τοποθετώ πάνω σε κάτι»] …   Dictionary of Greek