Перевод: с греческого на все языки

αμείβω

См. также в других словарях:

  • αμειβώ — ἀμειβώ ( οῡς), η (Μ) [ἀμείβω] αμοιβή …   Dictionary of Greek

  • ἀμείβω — change pres subj act 1st sg ἀμείβω change pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμείβω — αμείβω, άμειψα βλ. πίν. 7 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αμείβω — (Α ἀμείβω) 1. παρέχω αντιμισθία, πληρώνω την αμοιβή για κάποια εργασία 2. (με ηθική σημασία) παρέχω ηθική αμοιβή ως πληρωμή για προσφερόμενη υπηρεσία, ανταμείβω, ανταποδίδω αρχ. Ι ενεργ. 1. δίνω ως αντάλλαγμα 2. παίρνω ως αντάλλαγμα 3. (για τόπο) …   Dictionary of Greek

  • αμείβω — [амиво] р. награждать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αμείβω — άμειψα, αμείφτηκα 1. ανταμείβω, βραβεύω: Για τις υπηρεσίες του αυτές δεν αμείφτηκε. 2. η μτχ. ενεστ. στον πληθ., οι αμείβοντες σημαίνει δύο δοκάρια που έχουν συνδεθεί σε σχήμα Λ και τα οποία, στερεωμένα στο κατάστρωμα του πλοίου, χρησιμεύουν,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμείβῃ — ἀμείβω change pres subj mp 2nd sg ἀμείβω change pres ind mp 2nd sg ἀμείβω change pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείψασθε — ἀμείβω change aor imperat mid 2nd pl ἀ̱μείψασθε , ἀμείβω change aor ind mid 2nd pl (doric aeolic) ἀμείβω change aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείψουσι — ἀμείβω change aor subj act 3rd pl (epic) ἀμείβω change fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀμείβω change fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείψουσιν — ἀμείβω change aor subj act 3rd pl (epic) ἀμείβω change fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀμείβω change fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμειβομένω — ἀμείβω change pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual ἀμείβω change pres part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)