Перевод: с греческого на все языки

Καβειραία

  • 1 Καβειραία

    Καβειραίᾱ, Καβειραίη
    fem nom /voc /acc dual
    Καβειραίᾱ, Καβειραίη
    fem nom /voc sg (attic doric aeolic)
    Καβειραίᾱ, Καβειραῖος
    the Cabeiri: fem nom /voc /acc dual
    Καβειραίᾱ, Καβειραῖος
    the Cabeiri: fem nom /voc sg (attic doric aeolic)

    Morphologia Graeca > Καβειραία

См. также в других словарях:

  • Καβειραία — Καβειραίᾱ , Καβειραίη fem nom/voc/acc dual Καβειραίᾱ , Καβειραίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Καβειραίᾱ , Καβειραῖος the Cabeiri fem nom/voc/acc dual Καβειραίᾱ , Καβειραῖος the Cabeiri fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καβειραίας — Καβειραίᾱς , Καβειραίη fem acc pl Καβειραίᾱς , Καβειραίη fem gen sg (attic doric aeolic) Καβειραίᾱς , Καβειραῖος the Cabeiri fem acc pl Καβειραίᾱς , Καβειραῖος the Cabeiri fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καβειραίαν — Καβειραίᾱν , Καβειραίη fem acc sg (attic doric aeolic) Καβειραίᾱν , Καβειραῖος the Cabeiri fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»