Перевод: со всех языков на все языки

со всех языков на все языки

ἴσχυσις

См. также в других словарях:

  • ίσχυσις — ἴσχυσις, ἡ (Α) [ισχύω] ενίσχυση, ενδυνάμωση, δύναμη …   Dictionary of Greek

  • ἰσχύσει — ἴσχυσις fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἰσχύσεϊ , ἴσχυσις fem dat sg (epic) ἴσχυσις fem dat sg (attic ionic) ἰσχύ̱σει , ἰσχύω to be strong aor subj act 3rd sg (epic) ἰσχύ̱σει , ἰσχύω to be strong fut ind mid 2nd sg ἰσχύ̱σει , ἰσχύω to be strong …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχύσεις — ἴσχυσις fem nom/voc pl (attic epic) ἴσχυσις fem nom/acc pl (attic) ἰσχύ̱σεις , ἰσχύω to be strong aor subj act 2nd sg (epic) ἰσχύ̱σεις , ἰσχύω to be strong fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχύσεσι — ἴσχυσις fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχύσεσιν — ἴσχυσις fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχύσηι — ἴσχυσις fem dat sg (epic) ἰσχύ̱σῃ , ἰσχύω to be strong aor subj mid 2nd sg ἰσχύ̱σῃ , ἰσχύω to be strong aor subj act 3rd sg ἰσχύ̱σῃ , ἰσχύω to be strong fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴσχυσιν — ἴσχυσις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχύσι — ἰσχύσῑ , ἴσχυσις fem dat sg (epic doric ionic aeolic) ἰσχύς strength fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσχύσῃ — ἰσχύσηι , ἴσχυσις fem dat sg (epic) ἰσχύ̱σῃ , ἰσχύω to be strong aor subj mid 2nd sg ἰσχύ̱σῃ , ἰσχύω to be strong aor subj act 3rd sg ἰσχύ̱σῃ , ἰσχύω to be strong fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»